Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

ΕΡΓΑΣΙΑ - ΕΠΟ 43

ΕΠΟ 43–2014
1η ΕΡΓΑΣΙΑ Γ. Β.

ΘΕΜΑ: Να συγκρίνετε την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία και τη σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία εντοπίζοντας ομοιότητες και διαφορές.


ΒΑΘΜΟΣ: 9,5


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΚΕΦ. 1ο ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΡΟΠΗ
1.1.  Από τον «πολίτη» στο «άτομο»
1.2.  Νόμος και κράτος
1.3.  Ισότητα και ελευθερία
ΚΕΦ. 2ο ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ
2.1. Πολιτικές διαδικασίες
2.2. Ο έλεγχος της εξουσίας
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τον 5ο αιώνα π.Χ. στην αρχαία Αθήνα, μια μικρή, εδαφικά και πληθυσμιακά, πόλη, όπου οι άνθρωποι γνωρίζονταν μεταξύ τους και συνδέονταν με άμεσες προσωπικές σχέσεις, δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες οικονομικές και πολιτιστικές συνθήκες, που επέτρεψαν την αμφισβήτηση των κοινωνικοπολιτικών κατεστημένων και, ακολούθως, την ανάδυση της δημοκρατίας ως νέα πολιτική πρακτική.[1] Το μοναδικό πολιτικό αυτό φαινόμενο αποτέλεσε άξονα της κοινωνικής ζωής και  συνεκτικό κρίκο της αθηναϊκής κοινότητας, που αυτοπροσδιορίστηκε ως «πόλις», ως σύνολο, δηλαδή, κατοίκων που αυτοοργανώνονται, αυτονομούνται και αυτοδιοικούνται, έχοντας συνείδηση της μοναδικότητας και της «ενότητάς» τους.[2]

Από τον 17ο αιώνα και μετά, ο όρος «δημοκρατία» εμφανίζεται ξανά και εμμένει, παίρνοντας μορφές και σημασίες, που αναφέρονται στις νέες κοινωνικές και οικονομικές πραγματικότητες, έτσι όπως διαμορφώνονται μέσα από την πολιτική αφύπνιση των αστών.[3] Δεν μιλάμε πια για μικρές και εύκολα αυτοδιοικούμενες κοινότητες, αλλά για πολυπληθείς, σύνθετες κοινωνίες και ένα ήδη οργανωμένο συγκεντρωτικό κράτος, απέναντι στο οποίο οι αστοί αντιτίθενται διεκδικώντας, στο όνομα της δημοκρατίας, πολιτικά δικαιώματα. Εμφανίζεται, έτσι, πλήθος πολιτικών και συμβολαιακών κοινωνικών θεωριών, που με σημείο αναφοράς τις κλασικές δημοκρατικές αρχές, αναζητούν ένα καινούριο δημοκρατικό πλαίσιο.[4]

Με αφετηρία, λοιπόν, τις ιδέες πολιτικών φιλοσόφων – όπως του Ρουσσώ για τη «γενική βούληση» ως υπέρτερη πολιτική έννοια, του Hobbes περί της αναγκαιότητας μιας εξωτερικής κυρίαρχης αρχής ως θεμέλιο της κοινωνίας που αποτελείται από εγωιστικά άτομα, του Locke και του Madison, που δίνουν προτεραιότητα στην «ιδιωτική ιδιοκτησία», των ωφελιμιστών Bentham και Mill, που τοποθετούν τις ατομικές επιδιώξεις στο κέντρο του πολιτικού σχεδιασμού, του Montesquieu περί της διάκρισης των εξουσιών,[5] αλλά και των επικριτών της δημοκρατίας που επισημαίνουν τον κίνδυνο του εκφυλισμού της σε «τυραννία της πλειοψηφίας»[6]– η δημοκρατία συνδέεται εκ νέου με την έννοια της ελευθερίας, απομακρυνόμενη, ωστόσο, από τα κλασικά δημοκρατικά ιδεώδη. Το ζήτημα της πρακτικής υλοποίησής της σ΄ έναν ολότελα διαφορετικό κόσμο από εκείνον της αρχαίας Αθήνας, οδήγησε στη διαμόρφωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, έτσι όπως, τελικά, επικράτησε, από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και μετά, στο δυτικό ευρωπαϊκό κόσμο.[7]

Στο πρώτο μέρος της εργασίας μας θα αναφερθούμε στον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζονται οι αθηναϊκές δημοκρατικές αρχές στη φιλελεύθερη σκέψη, ενώ στο δεύτερο θα σχολιάσουμε και θα συγκρίνουμε τις πολιτικές και θεσμικές διαδικασίες στην κλασική και φιλελευθέρη δημοκρατία.

ΚΕΦ. 1ο ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΡΟΠΗ

1.1. Από τον «πολίτη» στο «άτομο»
Όπως μαρτυρά η ίδια η λέξη «δημοκρατία», κεντρικός άξονας από τον οποίο εκπορεύεται η εξουσία είναι ο ίδιος ο «δήμος», το σύνολο, δηλαδή, των κατοίκων που θεωρούνται πολίτες και διατηρούν δικαίωμα στη λήψη αποφάσεων, οι οποίες καθορίζουν το πλαίσιο της «κοινής ζωής» τους.[8] Τι ακριβώς, όμως, συμπεριλαμβάνει η έννοια  «πολίτης»;

Στην αθηναϊκή δημοκρατία ο όρος αυτός συμβάλλεται με την ιδέα της ελευθερίας, της ισότητας και του σεβασμού απέναντι στο νόμο. Η συμμετοχή στην Εκκλησία του δήμου αποτελεί δικαίωμα και, ταυτόχρονα, υποχρέωση, κάθε ενήλικα ελεύθερου αθηναίου άνδρα. Τα δικαιώματα, δηλαδή, και οι υποχρεώσεις είναι δημόσιες, αφού εκκινούν από την ίδια την ιδιότητα του πολίτη. Ως εκ τούτου, δεν νοείται πολίτης που δεν συμμετέχει άμεσα και ενεργά στη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων.[9] Το «δημόσιο» και το «ιδιωτικό», το άτομο και η πόλη, συμπλέκονται άρρηκτα μεταξύ τους, ενώ η ηθική αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής δράσης, που προσανατολίζεται αυστηρά στο «κοινό αγαθό». Ως «κοινό αγαθό» εκλαμβάνεται η ηθική και πνευματική ολοκλήρωση του ανθρώπου, η οποία θεωρείται ότι είναι δυνατή μόνο μέσα στα πλαίσια της πόλης. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα, αποτελεί περιεχόμενο της έννοιας της δικαιοσύνης και τον κατεξοχήν στόχο της αθηναϊκής δημοκρατίας.[10]

Είναι φανερό, εντούτοις, ότι ο προσδιορισμός του πολίτη, ως «ενήλικος ελεύθερος αθηναίος άνδρας», αποκλείει από την πολιτική ζωή ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων, όπως είναι οι μέτοικοι, οι γυναίκες και, φυσικά, οι δούλοι.[11] Κι αν η αναφορά στη δουλεία τείνει να αναιρεί την έννοια της δημοκρατίας, αρκεί,  όπως αναφέρει ο Finley,  να εστιάσουμε στη σύσταση του λεγόμενου «δήμου», που αποτελούνταν από πολίτες κάθε μορφωτικής, οικονομικής και κοινωνικής τάξης, κάτι που «διασώζει την εγκυρότητα της αρχαίας δημοκρατίας στη σύγχρονη εποχή».[12] Αναφορικά δε με το σύγχρονο κόσμο –και πέρα από το θέμα της δουλείας που, ούτως ή άλλως, άργησε πολύ για να εκπέσει ως θεώρηση και ως πρακτική– τέτοια ζητήματα διευθετήθηκαν μόνο μέσα στα πλαίσια της φιλελεύθερης δημοκρατίας και μετά από πολλούς κοινωνικούς αγώνες.

Η έννοια του «πολίτη», στη φιλελεύθερη εκδοχή, αποκόπτεται από την αθηναϊκή ιδέα της ανθρώπινης τελείωσης μέσα από το δημόσιο βίο και προσδιορίζεται ως άτομο που έχει «δικαιώματα» ανεξάρτητα από το ρόλο του και τη σχέση του με το πολιτικό γίγνεσθαι. Τα δικαιώματα, δηλαδή, δεν είναι πια δημόσια, αλλά ατομικά, ως «φυσικά δικαιώματα» της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αναγκαία δε για τη συγκρότηση ανθρώπινων κοινωνιών, «έννομη τάξη» –που για τους αθηναίους ήταν σύμφυτη, ως εσωτερικό αίτημα, με τον πολίτη[13]– συναρτάται, τώρα, με την υπόσταση μιας εξωτερικής δύναμης, το κράτος, που υπερβαίνει την κοινωνία και διαφορίζεται απ΄ αυτήν.[14]

1.2. Νόμος και κράτος
Για τους αρχαίους αθηναίους, η έννοια «κράτος» είχε τη σημασία της ισχύος του νόμου, που απορρέει άμεσα από το σύνολο των πολιτών. Η θεώρηση αυτή βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με τη σύγχρονη έννοια του κράτους, ως εδαφικά προσδιορισμένης δύναμης, η οποία συγκεντρώνει την εξουσία και διαχειρίζεται, εξ ονόματος του λαού, τα δημόσια θέματα.[15]

Το επιτακτικό αίτημα, λοιπόν, της προστασίας των ατομικών ελευθερίων, από έναν τέτοιο εξωτερικό και διογκούμενο πολιτικό κυρίαρχο, «νομιμοποιεί», κατά τους φιλελεύθερους, τη δημοκρατία ως πολιτική πρακτική, που δίνει τον έλεγχο της εξουσίας στους κυβερνώμενους, δηλαδή, στο λαό. Έτσι, στο όνομα αυτής της αναγκαιότητας, το δικαίωμα συμμετοχής στις πολιτικές αποφάσεις διευρύνεται και αποκτά καθολικό και δίκαιο χαρακτήρα.[16] Το θέμα δε της αυτοανάπτυξης, που τόσο κεντρικό ρόλο έπαιζε στην αθηναϊκή σκέψη, τίθεται και πάλι σε σχέση με την πολιτική, αφού η «ενεργός συμμετοχή» πεπαιδευμένων πολιτών αποτελεί, για τους φιλελεύθερους, οχυρό απέναντι στην απάθεια ενός απρόσωπου κρατικού μηχανισμού. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, το κράτος συνδέεται με τον πολίτη, καθώς η πολιτική εξουσία εκτιμάται ότι πρέπει να πηγάζει απ΄ αυτόν και να εξικνείται σ΄ αυτόν. Γίνεται, έτσι, εφικτός ο περιορισμός της κρατικής δικαιοδοσίας, ενώ το κράτος υποβιβάζεται σε ουδέτερο λειτουργικό εργαλείο εξυπηρέτησης ατομικών συμφερόντων, αποσοβώντας τον κίνδυνο ενός παρεμβατικού λεβιάθαν, που θα μπορούσε να υπονομεύσει τις πολύτιμες ατομικές ελευθερίες.[17]

1.3. Ισότητα και ελευθερία
Η ισότητα, που στην αρχαία Αθήνα ήταν αδιαχώριστη από την έννοια της ελευθερίας,[18] υποχωρεί, τώρα, μποστά στο πρωταρχικό αίτημα της ασφάλειας και της θεσμικής περιφρούρησης των ατομικών ελευθεριών.[19] Ως ισότητα εκλαμβάνεται η «ίση ικανότητα προστασίας των συμφερόντων από αυθαίρετες ενέργειες κράτους ή συμπολιτών»,[20] θεώρηση που καταλήγει μεν σε «ίσα πολιτικά δικαιώματα» –με την έννοια της ισότιμης και καθολικής συμμετοχής στο φιλελεύθερο δημοκρατικό σύστημα– τόσο διαφορετικά, όμως, από εκείνα των αρχαίων Αθηναίων, που θεωρούσαν την ισοπολιτεία ως απόρροια της πολιτικής ελευθερίας –αφού έθετε τον πολίτη απέναντι στο νόμο, τον οποίο ο ίδιος, ελεύθερα, είχε θεσπίσει– όσο και η ίδια η έννοια της ελευθερίας, που για τους φιλελεύθερους αποτελεί, πλέον, τη γραμμή ισορροπίας μεταξύ «λαού και κυβερνητικής εξουσίας».[21] Η φιλελεύθερη δημοκρατία εγκαινιάζει, έτσι, ένα πολιτικό ενδιαφέρον για την ασφάλεια και την αυτάρκεια των πολιτών της, από το οποίο θα προκύψει η ιδέα ενός κράτους πρόνοιας, που, με τη σειρά του, θα προσεταιριστεί την «υπακοή» των πολιτών με αντάλλαγμα τη μέριμνα υπέρ των συμφερόντων τους.[22]

Η ελευθερία, λοιπόν, τελεί υπό θερμή υπεράσπιση από την φιλελεύθερη σκέψη και, μάλιστα, σε όλες τις εκφάνσεις της, συμπεριλαμβανομένης της περιφρούρησης της ιδιωτικότητας στην κατοχή πλούτου και της πρόσβασης στη δυνατότητα εκπλήρωσης ατομικών επιλογών προς επίτευξη μιας προσωπικής ευτυχίας, όπως ο καθένας την αντιλαμβάνεται.[23] Δίνεται δε ιδαίτερη έμφαση στο ζήτημα της καπιταλιστικής οργάνωσης και του συντονισμού των οικονομικών και εμπορικών δραστηριοτήτων στο πλαίσιο μιας ελεύθερης αγοράς,[24] κάτι που για την κλασική δημοκρατία –απουσίας ενός εξωτερικού θεσμικού επιτηρητή, όπως είναι το κράτος– δεν είχε νόημα, αφού η οικονομική ζωή των κατοίκων δεν αποτελούσε δημόσιο ζήτημα και άρα δεν ήταν αντικείμενο πολιτικής διαχείρισης. Κατά τεκμήριο, από «βάση εκπλήρωσης του προορισμού» του ανθρώπου, σύμφωνα με την αθηναϊκή δημοκρατία, η ελευθερία είναι, τώρα, δυνατή μόνο με «όρους συμβολαίου», μέσα, δηλαδή, από ένα θεσμικό πλαίσιο που την οριοθετεί και την προστατεύει, καθορίζοντας, παράλληλα, τις «πολιτικές ευθύνες του ατόμου» απέναντι στο κράτος. Εκείνο που αναγνωρίζεται, πλέον, ως «συλλογικό αγαθό» και που καταλήγει να νομιμοποιεί την εκάστοτε πολιτική δράση, είναι η ευδαιμονία και η επιδίωξή της σε ατομικό επίπεδο.[25] Κοινό τόπο, βέβαια, αποτελεί, όπως είπαμε, η διασύνδεση της ελευθερίας με την έννοια του νόμου, τόσο στην κλασική όσο και στη φιλελεύθερη δημοκρατική σκέψη. Στην πρώτη περίπτωση, όμως, ως συνακόλουθο της αυτοκυβέρνησης των πολιτών, ενώ στη δεύτερη ως αποτελέσμα μιας κεντρικής εξουσίας, που ελέγχει και ελέγχεται από το λαό, στο όνομα αναφαίρετων ατομικών δικαιωμάτων.[26]

ΚΕΦ. 2ο ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

2.1 Πολιτικές διαδικασίες
Στην πόλη των Αθηναίων, η δημοκρατία ασκείται άμεσα από την Εκκλησία του δήμου σε ανοιχτές «δημόσιες συνελεύσεις», όπου  η «διαβούλευση», η τέχνη, δηλαδή, της ανοιχτής συζήτησης υπό τους όρους της «ισηγορίας»,[27] αποτελεί το κατεξοχήν εργαλείο της πολιτικής δράσης. Για τη νομική κατοχύρωση των πολιτικών αποφάσεων απαιτείται η ομόφωνη έγκριση των πολιτών, ενώ σε περιπτώσεις έντονων και ασυμβίβαστων θέσεων, τη λύση δίνει η ισότιμη και άμεση, φανερή ή μυστική, ψηφοφορία στη βάση της αρχής της πλειοψηφίας. Η αξίωση δε της συμμετοχής του συνόλου των πολιτών στη διακυβέρνηση –όπου, για πρώτη φορά, συναντάμε τη διάκριση των εξουσιών σε δικαστική (Ηλιαία), νομοθετική (Εκκλησία του Δήμου) και εκτελεστική (Βουλή)– με ένα σύστημα εναλλασσόμενης και δια κλήρου ανάληψης της πολιτικής εξουσίας, σε συνδυασμό με την, ανά πάσα στιγμή, δυνατότητα της «ανακλητότητας»,[28] ταυτίζει τους κυβερνώντες με τους κυβερνώμενους και αναγάγει την έννοια του νόμου σε ζήτημα αυτοελέγχου των πολιτών, φέρνοντάς τους έναντι των πολιτικών τους ευθυνών.[29]

Αντίθετα, και δεδομένου του εγγενούς, στη φιλελεύθερη σκέψη, φόβου απέναντι σε μια πιθανή απώλεια της ελευθερίας,[30] αλλά και την πραγματικότητα των σύγχρονων κοινωνιών-μεγαθήριων, που καθιστούν μη υλοποιήσιμη την εφαρμογή της αθηναϊκής άμεσης «αυτοκυβέρνησης», το θεσμικό σύστημα που επιλέγεται από τους φιλελεύθερους ως η καλύτερη δυνατή και εφαρμόσιμη εκδοχή δημοκρατίας, είναι η «έμμεση και αντιπροσωπευτική μορφή» της, όπου η κυβέρνηση ελέγχεται από τους πολίτες μέσω «εκλεγμένων βουλευτών», «ειδικών», δηλαδή, επαγγελματιών της πολιτικής, που θεωρείται ότι διαθέτουν εμπειρία, συστηματικότητα, συνέπεια και υπευθυνότητα στην διαχείριση των δημόσιων ζητημάτων. Η εκτίμηση των εξειδικευμένων ικανοτήτων των πολιτών ίσχυε, βέβαια, και στην κλασική δημοκρατία, αλλά αναφορικά με τη διαχείριση τεχνικών ζητημάτων και, οπωσδήποτε, όχι για την αναγνώριση δεξιότητας στις πολιτικές αποφάσεις.[31]

Η διαβούλευση, ως αθηναϊκή δημοκρατική μέθοδος, ακολουθείται και από τους φιλελεύθερους, διαμέσου, όμως, αντιπροσώπων, που οι ίδιοι οι πολίτες εξουσιοδοτούν[32] με την ψήφο τους –κι εδώ εξαντλείται το δικαίωμα συμμετοχής τους στην πολιτική εξουσία– να αρθρώνουν πολιτικό λόγο και να αποφασίζουν για λογαριασμό τους. Η διαδικασία δε της αποκρυστάλλωσης της «συλλογικής βούλησης», καθώς και της επικύρωσης των πολιτικών αποφάσεων της Βουλής, βασίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας αυτών των αντιπροσώπων.[33] Εδώ, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, ενώ η Βουλή των αρχαίων Αθηναίων ήταν ένα εκτελεστικό όργανο στην υπηρεσία της Εκκλησίας του δήμου, η Βουλή της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας (το σύνολο, δηλαδή, των εκλεγμένων βουλευτών) αποτελεί το κύριο νομοθετικό σώμα. Διαπιστώνουμε, δηλαδή, μια πλήρη αντιστροφή στη διαχείριση και εκτέλεση της πολιτικής εξουσίας.[34] Εν ολίγοις, άξονας της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι η «συναίνεση» της κοινωνίας στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας, μια συγκατάβαση, δηλαδή, που δεν απαιτεί, απαραίτητα, ούτε ομοφωνία, ούτε είναι αποτέλεσμα συλλογικής απόφασης, αλλά αποτελεί μια συνισταμένη γενικής αποδοχής, κάτι που αφίσταται από το ιδανικό της άμεσης συμμετοχής και αυτοκυβέρνησης που χαρακτήριζε την αθηναϊκή δημοκρατία.[35]

Οπωσδήποτε, όλα αυτά θα φαίνονταν αδιανόητα για τους αθηναίους πολίτες, που συνέδεαν τόσο πολύ την ηθική και πνευματική τους ολοκλήρωση με την προσωπική τους πολιτική δραστηριότητα,[36] αλλά όχι και για τους φιλελεύθερους, για τους οποίους, όπως είπαμε, η προστασία και διαφύλαξη της ελευθερίας αποτελούσε κύριο πολιτικό αίτημα.

2.2. Ο έλεγχος της εξουσίας
Πέρα από την υιοθέτηση από τους φιλελεύθερους, όπως θα δούμε, της αθηναϊκής αρχής της διάκρισης των εξουσιών, καθώς και την τακτική της ψηφοφορίας[37] ως πρακτική ανάδειξης των πολιτικών αξιωματικών –αν και για τους αθηναίους η ψηφοφορία αφορούσε την εκλογή από το δήμο ειδικών με τεχνικές γνώσεις κι όχι τους πολιτικούς άρχοντες[38]– εκείνο που θα μπορούσαμε, επίσης, να θεωρήσουμε σαν μια, κατ΄ αναλογία, ομοιότητα, είναι η πρόθεση του περιορισμού της πολιτικής κυριαρχίας. Με στόχευση την αποφυγή συγκέντρωσης και κατάχρησης της εξουσίας, οι πολιτικοί άρχοντες λογοδοτούν στο λαό, τόσο στην κλασική όσο και στη σύγχρονη δημοκρατία, αν και εντός διαφορετικών συνθηκών, διαδικασιών και πολιτικών πραγματικοτήτων.[39]

Για τους αθηναίους, η προάσπιση της ακεραιότητας και της διαφάνειας της δράσης των πολιτικών αρχόντων, αποτελεί προτεραιότητα και επιδίωξη των πολιτικών διαδικασιών που περιγράψαμε, συμπεριλαμβανομένων επιπλέον θεσμικών κανόνων, όπως ο «οστρακισμός» και η «γραφή παρανόμων». Ο οστρακισμός, ο εξορισμός, δηλαδή, του πολίτη που φαινόταν να συγκεντρώνει πολιτική δύναμη εκτιμούμενη ως απειλητική, ήταν θεσμός που προστάτευε την Εκκλησία του δήμου από την υπονόμευση του δημόσιου χαρακτήρα της.[40] Η «γραφή παρανόμων», η ονομαστική, δηλαδή, «καταγγελία και δίκη κάποιου για παράνομη πρόταση στην Εκκλησία»,[41] αφενός, έφερνε τον πολίτη προ των ευθυνών του, ισοσταθμίζοντας το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου που του έδινε η ισηγορία και, αφετέρου, έδινε την ευκαιρία στην Εκκλησία του δήμου να «αναθεωρήσει», εφόσον ήταν αναγκαίο, ένα ψήφισμά της.[42] Σ΄ αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να αντιπαραβάλλουμε τη σύγχρονη βουλευτική ασυλία, που πολλές φορές υποθάλπει την έλλειψη του αισθήματος της ευθύνης και την αδιαφορία των βουλευτών απέναντι σε ένα λειτούργημα που θεωρείται δημόσιο.[43]

Για τους φιλελεύθερους, ένας τέτοιος έλεγχος είναι εφικτός είτε μέσω «εξωτερικών νομικών περιορισμών» των διοικητικών σωμάτων[44] –κάτι που δεν απαντάται στα πλαίσια της κλασικής δημοκρατίας, αφού επρόκειτο για μια καθ΄ όλα προφορική κοινωνία, όπου ο έλεγχος, όπως και όλες οι δημοκρατικές διαδικασίες, μοιραία, εξασκούνταν «άμεσα και απ΄ ευθείας» από τους ίδιους τους πολίτες[45]– είτε μέσω της θεσμικής διάχυσης της διακυβέρνησης, στη βάση της κλασικής διάκρισης των εξουσιών, σε ένα πλέγμα ανεξάρτητων φορέων, που δημιουργούν ένα περιβάλλον ουδετερότητας το οποίο επιτρέπει στην ίδια την πολιτική εξουσία να αυτοελέγχεται.[46] Ο προεξάρχων,  βέβαια, φιλελεύθερος δημοκρατικός θεσμός παραμένει η ίδια η Βουλή, που, όπως είπαμε, θεωρείται ότι συμπυκνώνει τη λαϊκή θέληση, της οποίας ο ρόλος είναι να νομοθετεί, να αποφασίζει και, βέβαια, να ελέγχει την κυβέρνηση. Στην αθηναϊκή δημοκρατία, αντίθετα, ο ίδιος ο λαός αναλάμβανε διαφορετικές αρμοδιότητες και άρα δεν επρόκειτο για «ανεξάρτητο όργανο διακυβέρνησης».[47] Για την κατανόηση τέτοιων διαφορών μεταξύ φιλελεύθερης και κλασικής δημοκρατίας, είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη, ότι πολιτικός «εχθρός» για τους αρχαίους Αθηναίους ήταν η συγκέντρωση της πολιτικής δύναμης σε έναν ή σε ομάδα πολιτών, ενώ, αντίθετα, για τους φιλελεύθερους, η συσπείρωση των ατομικών συμφερόντων σε αυτοδύναμες ομάδες αποτελεί εργαλείο αντίστασης απέναντι σ΄ένα απρόσωπο και «υπερτροφικό» κράτος.[48] Αυτό επεξηγεί και το γεγονός ότι σήμερα ο λαός ψηφίζει πολιτικά κόμματα,[49] και όχι, όπως στην αθηναϊκή δημοκρατία, πρόσωπα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ιστορία μια πολιτική έννοια, που έμελλε, μετά από ένα μεγάλο «διάλειμμα» μεσαιωνικής λήθης, να σημαδέψει το δυτικό πολιτικό στοχασμό. Η άμεση δημοκρατία της αρχαίας μικρής αθηναϊκής πόλης αποτέλεσε έμπνευση και οδηγό για τους μετέπειτα διανοητές, αλλά και χίμαιρα για τις σύγχρονες διευρυμένες κοινωνίες των εκατομμυρίων ανθρώπων. Εντούτοις, σ΄ έναν κόσμο τόσο πλουραλιστικό και πολύπλοκο, η φιλελεύθερη δημοκρατία βρήκε τρόπο να εναρμονίσει κλασικά δημοκρατικά ιδεώδη, όπως η ισότητα, η ελευθερία και ο σεβασμός στο νόμο, με φιλελεύθερες αρχές, όπως η προάσπιση της ατομικής ελευθερίας, η ελεύθερη αγορά και το κράτος δικαίου.

Παρόλα αυτά, φαίνεται πως ο χειρότερος φόβος των φιλελεύθερων, κάτι που ήταν αφορμή για το άνοιγμα στη σύγχρονη δημοκρατία, έχει πάρει, σήμερα, υλική υπόσταση σε ένα υπερμεγέθες δημόσιο κράτος, το οποίο λειτουργεί στα πλαίσια μιας άκαμπτης γραφειοκρατίας, που παλεύει να συντηρήσει τον εαυτό της στην εξουσία, αγνοώντας την πραγματική «γενική βούληση» του λαού. Αλλά και το αίτημα του laissez-faire, έχει αφήσει να δημιουργηθεί ένας δεύτερος «λεβιάθαν» (οι υπερεθνικές εμπορικές και οικονομικές εταιρείες) που συγκεντρώνει με τη σειρά του –και ίσως πιο ουσιαστικά και πιο θεμελιακά– την παγκόσμια πολιτική ισχύ. Μοιραία, ο σημερινός κόσμος διέρχεται μια βαθιά πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση, που επιτρέπει να αναδυθούν εξτρεμιστικές πολιτικές απόψεις, ενώ, παράλληλα, μέσα από τον υπέρμετρο ατομικισμό της νεοφιλελεύθερης σκέψης –κι αυτό ίσως είναι το χειρότερο– κινδυνεύει να διαλυθεί ο ίδιος ο κοινωνικός ιστός, που αποτελεί τη βάση της δημοκρατίας. Αποτελεί, επομένως, επιτακτική αναγκαιότητα της εποχής μας μια εκ βάθρων αναθεώρηση των πολιτικών στόχων και μια εκ νέου ανάγνωση των κλασικών δημοκρατικών αξιών.

  
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
M. I. Finley, Αρχαία και σύγχρονη Δημοκρατία, μτφρ. Θ. Βανδώρος, εκδ. Ευρύαλος, Αθήνα 1989
Κ. Καστοριάδης, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της σήμερα, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 1999
D. Held, Μοντέλα Δημοκρατίας, μτφρ. Μ. Τζιαντζή, Κ. Κέη, Γ. Βογιατζής, εκδ. Πολύτροπον, Αθήνα 2007
A. Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, μτφρ. Χ. Κουτρής, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2007

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
«Βουλή των Ελληνων, ο θεσμός», Ανακτήθηκε στις 20/11/2014 από http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/O-Thesmos/
«Εκκλησία του Δήμου», Ανακτήθηκε στις 20/11/2014 από http://www.ime.gr/chronos/05/gr/politics/321assembly.html
«Εκλογές στην αρχαία Αθήνα», Ανακτήθηκε στις 20/11/2014 από
«Πώς ψηφίζουν οι ευρωβουλευτές;». Ανακτήθηκε στις 20/11/2014 από http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?pubRef=-//EP//TEXT+IM-PRESS+20060628STO09319+0+DOC+XML+V0//EL 




[1] Κ. Καστοριάδης, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της σήμερα, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1999, σ. 12, 25
[2] «Πόλις είναι οι Αθηναίοι» και όχι «γεωγραφικός προσδιορισμός» (Ο.π., σ. 27, 31, 32 37-38), D. Held, Μοντέλα Δημοκρατίας, μτφρ. Μ. Τζιαντζή, Κ. Κέη, Γ. Βογιατζής, εκδ. Πολύτροπον, Αθήνα 2007, σ. 29, 30
[3] Καστοριάδης, σ. 10
[4] Held, σ. 88-90
[5] Ο.π., σ. 97, 107, 108, 113, 119, A. Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, μτφρ. Χ. Κουτρής, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2007, σ. 104, 106, 107
[6] Από τους πρώτους, μάλιστα, που διέκριναν τον κίνδυνο αυτό, εντοπίζοντας, παράλληλα, τις αδυναμίες της αθηναϊκής δημοκρατίας, τόσο στην οικονομική όσο και στη διοικητική της οργάνωση, ήταν ο Πλάτων, που αμφισβήτησε την ικανότητα του «δήμου» να κρίνει και να παίρνει πολιτικές αποφάσεις και ο Αριστοτέλης, που αναγνωρίζοντας τον άνθρωπο ως άτομο, αντιπαρατέθηκε στη δημοκρατία όταν αυτή εκπίπτει σε αριθμητικά ποσοστά. (Held, σ. 34, 35, 46, 50, 51, Heywood, 101)
[7] Held, σ. 124, Heywood, σ. 107
[8] Held, σ. 32, Καστοριάδης, σ. 29
[9] «Θεωρούμε όποιον δεν συμμετέχει στην πολιτική ζωή […] σαν άχρηστο.» (M. I. Finley, Αρχαία και σύγχρονη δημοκρατία», μτφρ. Θ. Βανδώρος, εκδ. Ευρύαλος, Αθήνα 1989, σ. 90)
[10] Held, σ. 30, 32, 33, 48
[11] Ο.π., σ. 32, Καστοριάδης, σ. 29
[12] Finley, σ. 79, Held, σ. 32, 34
[13] Στην αθηναϊκή δημοκρατία ο νόμος «αυτοεπιβάλλεται συνδεόμενος άμεσα με την έννοια της ελευθερίας και της αυτοανάπτυξης.» (Held, σ. 33)
[14] Ο.π., σ. 30, 32, 48, 115, 116, Finley, σ. 77, Heywood, σ. 101, 108
[15] Καστοριάδης, σ. 38, Finley, σ. 76, Held, σ. 32, 117, Heywood, σ. 100
[16] Held, σ. 114, 124, 139, Heywood, σ. 98, 104, Η διεύρυνση, βέβαια, του δικαιώματος στην συμμετοχή όλων των πολιτών στις πολιτικές αποφάσεις, δεν έγινε, όπως είπαμε, χωρίς επίμονους κοινωνικούς αγώνες.
[17] Held, σ. 115, 123, 126, Heywood, σ. 96, 97
[18] Τόσο ως «πρακτική», αφού όλοι οι πολίτες είχαν, όπως θα δούμε, ίσο δικαίωμα συμμετοχής στα πολιτικά αξιώματα, όσο και ως «ηθική», ως βάση, δηλαδή, της αυτοανάπτυξης. (Held, σ. 36)
[19] «Αρνητική ελευθερία», Held, σ. 117, Heywood, σ. 108
[20] Held, σ. 117
[21] Ο.π., σ. 118, 121, 139, Heywood, σ. 94, 95
[22] Held, σ. 114, 115, 136
[23] «Θετική ελευθερία» (Ο.π., σ. 117)
[24] «Laissez-faire », (Ο.π., σ. 114, 116, 117, 123, 130, Heywood, σ. 101)
[25] Held, σ. 48, 115, Heywood, σ. 94, 95
[26] Finley, σ. 158, Heywood, σ. 94, 95, Held, σ. 30
[27] Του γενικού, δηλαδή, δικαιώματος «να λαμβάνει κανείς το λόγο στην Εκκλησία» (Finley, σ. 81)
[28] «Ανακλητότητα» σημαίνει ότι «κάθε υπεύθυνος είναι διαρκώς ανακλητός απ΄ αυτούς που τον επέλεξαν, ασχέτως τακτών προθεσμιών εκλογής». (Καστοριάδης, σ. 39)
[29] Finley, σ. 77, 81, 82, 90, 106, Held, σ. 33, 38, 138 «Εκκλησία του Δήμου», Ανακτήθηκε στις 20/11/2014 από http://www.ime.gr/chronos/05/gr/politics/321assembly.html.
[30] Ενδεχόμενο που εντοπίστηκε, όπως είπαμε, από τους επικριτές της δημοκρατίας.
[31] Held, σ. 33, 126, 127, 129, 135, Finley, σ. 78, 83, Heywood, σ. 101
[32] Κάθε τέσσερα συνήθως χρόνια, ενώ η Εκκλησία του δήμου, αντίθετα, συνεδρίαζε τουλάχιστον σαράντα φορές το χρόνο, ενώ δεν ετίθετο καν θέμα αντιπροσώπευσης. Held, σ. 36
[33] Ο.π., σ. 138, «Βουλή των Ελλήνων, ο θεσμός», Ανακτήθηκε στις 20/11/2014 από http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/O-Thesmos/
[34] Μένει μόνο σταθερός ο αριθμός των πεντακοσίων μελών, αλλά κι αυτό ηχεί ειρωνικό αν λάβουμε υπόψη ότι η αθηναϊκή πολιτεία αριθμούσε λίγες χιλιάδες ανθρώπων, ενώ σήμερα μιλάμε για εκατομμύρια.
[35] Heywood, σ. 106
[36] Finley, σ. 89, Καστοριάδης, σ. 34
[37] Η ψηφοφορία γίνεται, κατά τη φιλελεύθερη δημοκρατική διαδικασία, αποκλειστικά μυστικά όσον αφορά τους πολίτες (κι αυτό στο όνομα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων ως απόρροια των ατομικών ελευθεριών), ενώ με φανερή ψηφοφορία («δια ανάτασης των χειρών») ψηφίζει, σε ορισμένες περιπτώσεις, μόνο το σώμα των βουλευτών εντός της Βουλής. Αντίθετα στην αρχαία Αθήνα, η ψηφοφορία αφορούσε πάντα το σύνολο των πολιτών, ενώ η μυστικότητα εξαρτιόταν από το ζήτημα για το οποίο ψήφιζαν. «Πώς ψηφίζουν οι ευρωβουλευτές;». Ανακτήθηκε στις 20/11/2014 από http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?pubRef=-//EP//TEXT+IM-PRESS+20060628STO09319+0+DOC+XML+V0//EL  «Εκλογές στην αρχαία Αθήνα», Ανακτήθηκε στις 20/11/2014 από
[38] Καστοριάδης, σ. 36
[39] Held, σ. 114, Finley, σ. 86, Heywood, σ. 99
[40] Αργότερα, βέβαια, ο θεσμός αυτός εκφυλίστηκε σε εργαλείο εξουδετέρωσης των πολιτικών αντιπάλων, συμβάλλοντας στην παρακμή της κλασικής δημοκρατίας ως πολίτευμα. (Held, σ. 36, 44, Finley, σ. 87)
[41] Finley, σ. 87
[42] Ο.π., σ. 113, 123, 155, 156, 159
[43] Ο.π., σ. 88
[44] «Σύνταγμα, καταστατικοί χάρτες, θετό δίκαιο», Heywood, σ. 98, 99, 101
[45] Held, σ. 44, Finley, σ. 81
[46] Αυτό σημαίνει θέσμιση «υπουργικής» και «κοινοβουλετικής διακυβέρνησης», «κεντρικής» και «τοπικής» διοίκησης, «δύο νομοθετικών σωμάτων» που επιβλέπουν το ένα το άλλο και πλήθος άλλων «μηχανισμών διαχωρισμού της εξουσίας», Heywood, σ. 99, 100
[47] Finley, σ. 158 «Βουλή των Ελληνων, ο θεσμός», Ανακτήθηκε στις 20/11/2014 από http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/O-Thesmos/
[48] Heywood, σ. 101, 106
[49] Συλλογικά, δηλαδή, μορφώματα που μπορούν να αντιτεθούν σε ένα ισχυρό κράτος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου